Gravestone Mixtape

B side

Κεφάλαιο πρώτο: “Even Death May Cry”

Μπαίνει πρώτο στην αύξουσα σειρά μόνο και μόνο γιατι είναι το αρχαιότερο.
Ηταν πάρτυ λυκείου -δε θυμάμαι σε ποιά τάξη- στο γκαραζ ενός φίλου, του Μανώλη, που δεν είναι πια φίλος. Είχαμε καλέσει όποιον ξέραμε και δεν ξέραμε και είχαμε φωτορυθμικό και γαριδάκια και είχαμε ΚΑΙ κορίτσια. Οχι δικά μας, απλά ήταν εκει ξερω γω. Και ο Σωτήρης που ήταν γυμνάσιο και είχε πάρει αγκαλιά το μπωλ με τα γαριδάκια μασουλώντας μου ειπε “Βάλε το track 4 ειναι πολύ ωραίο θα δείς” και μου δίνει ενα cd με κάτι καλικατζούρες πάνω. Μεταλλάς γυμνασίου, 40 ολόκληρα κιλά με μακρύ ίσιο ξανθό μαλλάκι και δυσανάλογα δάκτυλα για το μέγεθος του προμηνύοντας οτι κάποτε θα μας δέρνει. Εγω δεν το έβαλα ποτέ γιατι “ασε εσυ εισαι μικρός, δεν ξέρεις”. Το έβαλα κάποια άλλη μέρα στο σπίτι όταν ήμουν μόνος, απο περιέργεια.
Η μπαντα ειναι το ξώγαμο των blind guardian με τους iced earth και το τραγούδι, βασικά δεν ειναι τραγούδι. Είναι μια πανέμορφη ιστορία, με ολάνθιστα αρπέζ, πολύχρωμες κορώνες και το κρεσέντο μοιραία εκεί που πρέπει.
Εν τόπω χλοερώ, οι ψυχές χορεύουν αιώνια γαλήνιες και λυτρωμένες υπό τις μελωδίες του Βιολιστή. Για μία μοναδική φορά ο Βιολιστής όμως μετάνιωσε και η πέτρινη καρδιά του σπάραξε από τη μοναξιά του αγοριού στην αβάσταχτη αιωνιότητα. Και αποφάσισε να διορθώσει το λάθος του βρίσκοντας στο αγόρι συντροφιά. Ο Βιολιστής φόρεσε τα μαύρα, πήρε το δρεπάνι του και αναζήτησε το νεαρό κορίτσι ζητώντας το χέρι της για να τον ακολουθήσει χωρίς πόνο θανάτου.
Βρίσκεται σε ένα cd θαμμένο κάπου στο αμάξι και κάνω τις δεύτερες φωνές όποτε βρέχει και δεν μπορω να παρω το μηχανάκι.

Κεφάλαιο δεύτερο: “Rage Walks”


Η γλυκύτερη, πανέμορφη πτυχή της εμβληματικής τσαντίλας του rocknroll μετουσιώνεται σε soundwaves πάνω στα brakes των drums. Έχεις νιώσει ποτέ τόσο ανήμπορος μπροστά σε ένα πρόσωπο ώστε να αναγκαστείς να βγάλεις εναν μνημειώδη δίσκο για να το περιγράψει;
Μπαίνει στην ταφόπλακα για το ασταμάτητο σόλο/χιονοστιβάδα πολεμικής έκστασης και την ειλικρινή απόγνωση στη φωνή του Bon Scott κάθε φορά που ουρλιάζει “I overdosed on you” και όλα αυτά μέσα απο την χαρακτηριστική τεχνική απλότητα που πάντα είχαν σαν συγκρότημα.
Ακούγεται με ακουστικά και σφιγμένες γροθιές στους περίπατους ενός γνώριμου φοιτητή, ξένου πλέον, σε μια φοιτητική πόλη, ξένης πλέον.
“Power of love, don’t pull me off
Just write on my grave”

Κεφάλαιο τρίτο: “On Decks”

Κάποτε έπαιζα μουσική σε ένα καταγώγι στην Πάτρα κάθε Παρασκευή βράδυ. Το μαγαζί άνοιγε μια συγκεκριμένη ώρα για το καθάρισμα, και πιθανότατα για να μην εχει σιωπή εκεί μεσα ο ιδιοκτήτης έβαζε μια λίστα να παίζει μέχρι να πάω εγω. Η λίστα ήταν ίδια κάθε φορά και επειδή έφτανα πάντα στην ώρα μου (no i’m not shitting you, seriously) έσκαγα στο μαγαζί πάντα όταν έπαιζε αυτό. Ήταν live εκτέλεση και δεν ειχα δώσει σημασία τις πρωτες φορές, άλλο ένα μπλουζιάρικο κομμάτι λεω.
Μέχρι σήμερα δεν έχω καταλάβει τί σκατα είναι αυτό το πραγμα που βάζει στο στόμα του στο 5:45, κάτι σαν καζού υποθέτω. Αλλά μπαίνει στην ταφόπλακα γιατι για όλη τη διάρκεια της εκτέλεσης ζηλεύω την έκφραση στα μούτρα του και την αίσθηση του ότι δεν υπάρχει κάνενα πιθανό μέρος στο παρατηρησιμο σύμπαν που θα προτιμούσε να βρίσκεται αυτος ο ανθρωπος, παρα μόνο εκεί. Αγκαλιά με την κιθάρα του και μπουκωμένος με ό,τι στο διάολο κι αν ειναι αυτό. Κιτς 70’ς, φλύαρα cheesy σολο απο καρδιάς και φυσικά καθιστό κοινό που δεν είχε συνειδητοποιήσει ακόμα οτι η ροκ ακούγεται όρθια. Αξιολάτρευτο!

Κεφάλαιο τέταρτο: “Singularity”

Αν δεν μας περιόριζε η βιολογία μας και δεν υπήρχε όριο στο πόσο μικρά αντικείμενα μπορούμε να διακρίνουμε, τα πάντα γύρω μας θα ήταν ένας ωκεανός απο κουάρκς. Τίποτα περισσοτερο τίποτα λιγότερο.
Αν δεν περιοριζόμασταν μόνο στο δικό μας ορατό φάσμα 390nm με 700nm, τα πάντα γύρω μας θα τα βιώναμε ως φωτόνια. Τιποτα περισσοτερο τίποτα λιγότερο.
Το Unleft βγήκε το 2009 και ο μόνος λόγος που το βιώσαμε σαν αριστούργημα είναι η βιολογία μας. Είναι και αυτό μεταβολές πίεσης του ατμοσφαιρικού αέρα απλως. Τίποτα περισσότερο τίποτα λιγότερο.
Μπαίνει στην ταφόπλακα γιατί ειναι ίσως το καταλληλότερο soundtrack για να μεγαλώσει ένα δέντρο πάνω στην οργανική λάσπη που θα απομείνει από το πτώμα μου.

Κεφάλαιο πέμπτο: “And The Abyss Stared Back”

Τετάρτη δημοτικού, όταν ήδη ο πατέρας μου με έτρεχε στα ωδεία και τις χορωδίες (φχαριστώ πολύ μπαμπά), βρέθηκε ένα τυπάκι στο δασάκι του Αρσακείου που κάναμε διάλειμμα με δερμάτινο περφέκτο και ακουστικά ψείρες. Ήταν απο το λύκειο αλλά είχε τρυπώσει στο δασάκι του δημοτικού γιατί οι παιδονόμοι γράφανε για παράνομο κάπνισμα. Ψηλός, αδύνατος, μαλλιάς με αλυσίδα στο τζην τον κοιτούσα και έτρεμα. Τι φοβάσαι μου λεει. Τιναφτό του λεω. Ακουστικά μου λεει. Ελα να ακουσεις λίγο.
Δεν κατάλαβα τι άκουσα τότε. Ούτε θα θυμόμουν οτι ήταν αυτό οταν ξανάπεσα πάνω του αν δεν είχα συγκρατήσει το εξώφυλλο με την καμμένη εκκλησία.
Κατάλαβα πολύ αργότερα οτι τα ουρλιαχτά του Varg μετουσιώνουν σε λέξεις την πραγματική υποχρέωση της τέχνης να υπακούει στον ψυχισμό μας και να δημιουργεί εικονικές προσομοιώσεις του ως προσωρινές απεικονίσεις της εκάστοτε αλήθειας μας. Το σύνολο των χαρακτηριστικών/προδιαγραφών/παραγόντων που περιγράφεται με τη λέξη “αισθητική” καθώς επίσης το μέσο της δημιουργίας και οι μορφές του ειναι αμελητέες ποσότητες μπροστά στην ανάγκη της τέχνης για ειλικρίνεια.
Όσο αποδεκτή και επιθυμητή ειναι η ομορφιά στην μουσική άλλο τόσο αληθινή είναι και η ανάγκη της ίδιας να την κατακρεουργήσει και να κάψει τα απομεινάρια της αν αυτό κρίνει πως πρέπει να κάνει. Και κάτι τέτοιο συνέβη στη Νορβηγία μάλλον.
Αντί επιλόγου: Ο μαλλιάς έσβησε το τσιγάρο του αγχωμένος για να μην τον τσακώσουν και έφυγε. Στο ίδιο δασάκι που λίγα χρόνια μετα θα ξεκινουσα και εγώ το κάπνισμα φορώντας τα φαρδιά παντελόνια homeboy ως αλλο fashion victim της hiphop skate κουλτουρας.
It was already too late though. I stared into the sweet darkness and it stared back or even touched by it.
Ευχαριστούμε για όλα Varg.
ΥΓ. Ευχαριστούμε για ολα Varg εκτός απο τις ηλιθιότητες που ξερνάς όποτε ανοίγεις το στόμα σου και μιλάς.

Κεφάλαιο έκτο: “Happy Hour”

Κοίτα εδώ προσεκτικά μικρέ. Αυτό είναι το πρόσωπο που θα αντικρίζεις στον καθρέφτη του μπάνιου σου για τις επερχόμενες δεκαετίες. Αυτό το πρόσωπο θα σε παρατηρεί μουδιασμένο καθώς θα βουρτσίζεις τα δόντια σου κάθε πρωί πριν φύγεις για τη δουλειά σου. Καθώς θα εξαφανίζονται οικογένεια, φίλοι και γνωστοί απο την ανούσια ζωή σου, αυτό το πρόσωπο θα απομένει. Δεν θα σου μιλήσει ποτέ. Απλώς θα κοιτιέστε στα μάτια υπενθυμίζοντας σου την κενότητα της ύπαρξης σου. Δεν θα σε εγκαταλείψει ποτέ αλλά θα είναι πάντα εκεί κρίνοντας σε, σιωπηλά.
Τέλος πάντων, πάμε να χορέψουμε λίγο.

Κεφάλαιο έβδομο: “Wilderness”

Πλησιάζοντας στο fatal κεφάλαιο σκεφτόμουν οτι το να ζητήσεις αποτέφρωση για το σώμα σου είναι μεν συμβολικό αρκετά, είναι δε εγωιστικότατο. Εξανεμίζεις όλη σου την υπέροχη ενέργεια που απορρόφησες κατα τη ζωή σου σαν θερμότητα στην ατμόσφαιρα μεσα σε μία στιγμή στερνής ματαιοδοξίας και αλαζονίας ισα ισα για να ζεστάνεις για λίγα λεπτά το θρήνο αυτών που σε χάνουν. Και μετά μένουν κάτι αποκαΐδια μέσα σε ένα βάζο, ή σκορπισμένα στο κύμα που η εντροπία τα απομακρύνει όλο και περισσότερο μεταξύ τους.
Φροντίστε να με κάνετε λίπασμα και τιμήστε με σε μία υγρή λακούβα με μερικά βελανίδια για να είμαι εκεί όρθιος και ζωντανός ξανά όταν η ανθρωπότητα εκπέσει και η φύση μάς ξεχάσει στις χορταριασμένες λεωφόρους, τους ανθισμένους ουρανοξύστες, στα πυκνόβλαστα συντρίμμια ενός ασήμαντου πολιτισμού που ίσως υπήρξε.
Εξάλλου πάντα δέντρα φρουρούν την είσοδο στον Άδη.
Μα όλα αυτά είναι για νεκρούς και τώρα είμαστε δίποδοι και ζωντανοί. Μπορούμε να καβαλήσουμε με δυο τρεις φίλους μοτοσυκλέτες με υπέροχη μουσική στα ακουστικά και να βρούμε ένα δέντρο όσο πιο μακριά μπορούμε. Και το μόνο που χρειάζεται ειναι μία χαρακιά στον κορμό του για κάθε έναν απο εμας σαν φόρος τιμής για τις ξεχασμένες ψυχές που έγιναν ξανά ζωή.
Choke, μίζα, συμπλέκτης, πρώτη.

Κεφάλαιο όγδοο: “Spoils”

Δεκατέσσερα χρόνια πριν ένας πιτσιρικάς βρέθηκε σε μία φοιτητική εστία σε μια επαρχιακή πόλη του εξωτερικού. Το πρώτο ευχάριστο πολιτισμικό σοκ επήλθε από την διαπίστωση οτι γλίτωσε προς το παρόν απο το 56άρι dial up modem της χαβούζας γενέτειρας του και η εστία τού παρείχε 10 ολόκληρα Mb/s ιντερνετ. Where’s the catch ρωτάει. Απαγορέυεται να κάνεις download το οτιδήποτε εκτός του δικτύου του πανεπιστημίου του λένε. Να το χέσω τότε τους λεει. Τέλος πάντων, με τα πολλά και με λίγο ρώτα απο δω ρώτα από κει, βρίσκεται το ourtunes με το οποίο μπορείς να μοιράζεσαι τα αρχεία όλων των χρηστών που έχουν itunes μέσα στο ίδιο δίκτυο (καμμια κατοσταριά άτομα ζούσαν στην εστία).
Ο χώρος στον σκληρό δίσκο ήταν περιορισμένος οπότε το πλιάτσικο έπρεπε να είναι επιλεκτικό.
Το ομώνυμο Black Rebel Motorcycle Club ήταν ο πρώτος δίσκος που βρέθηκε στα χέρια του, κυρίως από την αγνή απορία τού “ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ SHOEGAZE; ΓΙΑ ΠΟΙΟ ΛΟΓΟ ΝΑ ΟΝΟΜΑΣΕΙΣ ΕΤΣΙ ΕΝΑ ΕΙΔΟΣ”
Τελικά, έρωτας με την πρώτη ακρόαση και τον συντρόφευσε σε αμέτρητες νύχτες. Χροιά ταυτόσημη με την εσωστρέφεια, υπνωτιστικά επαναλαμβανόμενα riff, απόκοσμο aftertaste και ολόγλυκα θεοσκότεινο όπως αρμόζει στο μακρινό 2005.
Μπαίνει στο mixtape γιατί ήταν το jackpot με την πρώτη βολή. Ο,τι άλλο κι αν αποκτήθηκε μετέπειτα από εκείνο το ourtunes δεν είχε σε καμμία περίπτωση τον ίδιο αντίκτυπο με το BRMC, ανατίναξε το κεφάλι του σαν καραμπίνα και λίγη από την ψυχή του πρέπει να λερώνει ακόμα εκείνους τους τοίχους του δωματίου της εστίας. Enjoy.
ΥΓ: Ονομάστηκε shoegaze γιατί οι μπάντες χρησιμοποιούσαν πάμπολλα sound effects οπότε οι μουσικοί κοιτούσαν συνεχώς τις πεταλιέρες τους στο δάπεδο.

Κεφάλαιο ένατο: “Heritage”

Έλα να παίξουμε playstation έλεγε και εγώ πήγαινα. Και τον έβρισκα μέσα στα σκοτάδια με μια τηλεόραση που έπιανε μισό τοίχο και ηχοσύστημα 749 μοιρών με ηχεία χωμένα μέσα σε ντουλάπες και γραφεία, κάτω απο κρεβάτια, να κρέμονται από φωτιστικά και τέτοιες υπερβολές και γενικά χαρούμενα πεταμένα ευρώ. Η βροχή ακουγόταν τόσο σωστά που μια δυο φορές κοίταξα έξω απο το παράθυρο για να σιγουρευτώ οτι ήταν απο το παιχνίδι. Όσο για το πως ακούγονταν τα jumpscares και τα πράγματα που εμφανίζονταν απο τα σκοτάδια ξαφνικά την ώρα που έστρεφες τον φακό κάπου που δεν έπρεπε προτιμώ να μην το μνημονεύσω. “Δώσε ρε βλαμμένε να παίξω και γω λίγο. Δυό ώρες σερί το χεις πάει.” Άλλαζε θέμα, έλεγε κάτι άσχετο ή απλά έλεγε να τελειώσει την πίστα ή κάτι τέτοιο. Τελικά είδα θεατής σχεδόν όλο το franchise χωρίς να πατήσω ούτε μία φορά ένα κουμπί. Το χειρότερο ήταν οτι προχωρούσε τα cutscenes και δεν με άφησε ούτε μια φορά να ακούσω ολόκληρο κομμάτι από το soundtrack ούτε έδινε ιδιαίτερη σημασία στην ιστορία.
Αργότερα, βρέθηκα σε αιώνια συννεφιασμένη χώρα κάπου στο βορρά και άνοιξα τη βαλίτσα μου σε ένα δωμάτιο που τελικά συστήθηκε ως δικό μου. Είχα και φίλο σε αυτή τη χώρα, τού έστειλα μήνυμα “Έλα ρε ήρθα!”
“Καλωσήρθες στον παράδεισο” μου είπε. Δεν βρεθήκαμε ποτέ.
Και ο παράδεισος μου φάνηκε υπερβολικά συννεφιασμένος με ομίχλες κοιτώντας έξω απο το παράθυρο αλλά δεν έδωσα σημασία άμεσα. Αργότερα άρχισα να διαπιστώνω οτι η ομίχλη άρχισε να κοστίζει ψυχικά όπως εκείνη στο Silent Hill.
Σε εκείνο το δωμάτιο έπεσα πάνω στα ost του Silent Hill, πήρε κάμποσο για να αποκτήσω όλα τα πολύτιμα mp3 και πήρα το αίμα μου πίσω έχοντας τα στο repeat για μέρες.
Μπαίνει στο mixtape γιατί ο Γιαμαόκα κατάφερε να γράψει soundtrack οχι μόνο για τα παιχνίδια αλλά για πολλά βράδια και κεφάλαια δικά μου και πολλών άλλων. Ξεθαύτηκε από εποχές με ανέμελα σπυριά και λίγο πιο μετά βράδια με παρέα τους εαυτούς μας, τις εργασίες μας και κανά φτηνό κρασί από σουπερμάρκετ. Εμβληματικό, για τα ambient κομμάτια του, αξεπέραστο μέχρι σήμερα, αλλά εγώ λάτρεψα τις μπαλάντες του.

Αντί επιλόγου: “Still here”