Επίλογος

by Legion

Prologue
“I had always been the guardian of the sane cities of my mind. Exiled here at the outskirts of my subconscious forests, repelling the beasts. The Anger, the Hate, the Fear, the Mourning. But now, feeble I am and my refugee swallen soon will be; one with the forest’s heart. And only Gods and their mute prophets of doom know what abysmal horrors are about to rage free from the inner wilderness of my madness depths. Stalking there, the dimlit mists, waiting… since the birth of time. It’s time for you to run now for I hear the trees grow. You should be running….”
 
—Legion—
 

Υπάρχουν κάποια δωμάτια που βρίσκονται έξω από το χρόνο. Όλο το υπόλοιπο σύμπαν έξω απο αυτά προχωράει και λειτουργεί κανονικά, αλλά μέσα σε αυτά τα δωμάτια οι άνθρωποι παγώνουν και ζουν επαναλαμβανόμενα την δική τους προσωπική κόλαση χωρίς αρχή, μέση ή τέλος. Χωρίς να ξέρουν πόσα λεπτά ή αιώνες περνάνε κάθε φορά σταυρωμένοι εκεί, γιατί ο χρόνος, ο καλύτερος γιατρός, είναι ανήμπορος.

Ο κορμός του αναπαυόταν στην πολυθρόνα ενώ τα άκρα του χύνονταν νωχελικά όπως όπως. Το ένα χέρι κρατούσε με τα ακροδάχτυλα ένα κοντό ποτήρι με μισολιωμένα παγάκια και την τελευταία γουλιά ουίσκι, η ματιά του κολλημένη σε ένα συγκεκριμένο σημείο του άδειου τοίχου, στο τασάκι αργοπέθαινε μια γόπα και στο στερεοφωνικό έπαιζε το Hey Joe. Ένας μώλωπας, κόσμημα στο αριστερό του ζυγωματικό και η λογική του λαβωμένη σε κρίσιμη κατάσταση. Η ατμόσφαιρα στη γκαρσονίερα βρώμαγε τσιγάρο, ξεραμένο αίμα, απογοήτευση και προδοσία.

Σηκώνει το χέρι με το ποτήρι, βάζει το χείλος του ποτηριού στο στόμα του και το ανασηκώνει. Οι τελευταίες σταγόνες καίνε τον ουρανίσκο του και τις καταπίνει με ένα μορφασμό πίκρας στο πρόσωπό του. Σηκώνεται παραπατώντας για να φτάσει μέχρι το τραπέζι στο κέντρο του δωματίου και να ξαναγεμίσει το ποτήρι του, όταν πίσω του ακούει κλειδιά στην πόρτα. Γυρνάει αργά το κεφάλι του και ρίχνει μια ματιά πάνω απο τον ώμο του προς την πόρτα. Κανένας. Ούτε κίνηση, ούτε σκιά. Ξαναβιδώνει το καπάκι στο σχεδόν άδειο μπουκάλι με ουίσκι και γυρνάει να κατευθυνθεί ξανά προς την πολυθρόνα του. Εκεί πλέον κάθεται ένας καλοντυμένος άντρας με λευκό κοστούμι, μαύρο πουκάμισο και μανικετόκουμπα, ηλικίας κοντά στα σαράντα. Φρεσκοξυρισμένος και καλοχτενισμένο μαλλί με χωρίστρα στο πλάι. Με εριστικό μειδίαμα γεμάτο αυτοπεποίθηση στο πρόσωπο του και τα χέρια πίσω απο το κεφάλι του να κοιτάει το ταβάνι μισοξαπλωμένος στην πολυθρόνα του.

Ο μεθυσμένος κοιτά τον άγνωστο άντρα παγωμένος όρθιος στη θέση του, γέρνει το κεφάλι στο πλάι γεμάτος απορία και με τα μισόκλειστα μάτια του τον ζυγίζει από πάνω μέχρι κάτω καχύποπτα.

“Περίμενα επισκέψεις και το ξέχασα;”

Ο άγνωστος κατεβάζει το βλέμμα απο το ταβάνι με το μειδίαμα να μην ξεκολλάει απο τα χείλη του.

“Γενικά δεν πάω πουθενά απρόσκλητος.”
“Μάλιστα…” και μετά απο μια μικρή παύση “Και με ποιόν έχω την τιμή;”
“Α είχα πάρα πολλά ονόματα ανα τους καιρούς. Αλλά στην προκειμένη περίπτωση ας πούμε οτι είμαι ένας φίλος απο τα παλιά.” είπε και σηκώθηκε από την πολυθρόνα που καθόταν και άρχισε να περπατά στο χώρο αργά περιεργαζόμενος το δωμάτιο.
“Περίεργο” απαντά ο μεθυσμένος “γιατί το πρόσωπό σου δε μου θυμίζει τίποτα οικείο. Συνήθως τους παλιούς μου φίλους τους θυμάμαι.” και επέστρεψε στην πολυθρόνα του αρχίζοντας να πίνει από το γεμάτο πια ποτήρι του.
“Κι όμως.” αποκρίθηκε γονατίζοντας μπροστά του κοιτώντας τον κατάματα “ήμουν πάντα εκεί κάθε φορά που υπέφερες και σου στάθηκα όταν όλα τα άλλα αποτύγχαναν. Κάθε φορά που φοβήθηκες, κάθε φορά που πόνεσες, κάθε φορά που έκλαψες με φώναξες και ήρθα. Αυτή τη φορά με φώναξες γιατί μίσησες. Αν δεν έρθω εγώ όταν μισείς, ποιός θα έρθει;”

Ο μεθυσμένος ανασκουμπώθηκε στη θέση του. Νιώθει άβολα. Και δεν ξέρει το γιατί. Και εξακολουθεί να μην αναγνωρίζει τον άνθρωπο που στέκεται μπροστά του. Σφίγγει το ποτήρι με το ουίσκι ασυναίσθητα όλο και περισσότερο μέσα στην παλάμη του καθώς το πρόσωπο του άντρα πλησιάζει σε απόσταση αναπνοής απο το δικό του. Το μειδίαμα γίνεται έντονα εκνευριστικό όσο περνάει η ώρα. Και ο άγνωστος άντρας συνεχίζει το μονόλογο του.

“Ήμουν ακριβώς δίπλα σου κάθε φορά που ήθελες να ξεφορτωθείς τα κομμάτια της ψυχής σου που σε βασάνιζαν. Εγώ τα έκοβα, τα έκαιγα και γιάτρευα τις πληγές σου από τα κενά που ένιωθες. Κάθε φορά έπαιρνα ένα κομμάτι σου. Κάθε φορά σε άφηνα λιγότερο, αλλά πανίσχυρο να αρχίσεις ξανά από την αρχή. Και κάθε φορά ξανάρχιζες. Και κάθε φορά με ξέχναγες.”

Στο μυαλό του μεθυσμένου άρχισαν να αναβοσβήνουν σαν εικόνες οι αναμνήσεις που είχε θάψει. Σαν δυνατός άνεμος στην έρημο που ξεθάβει από την άμμο ακήδευτα, νεκροζώντανα κουφάρια. Ένιωθε τις παλιές ουλές του να ξανασκίζονται ορθάνοιχτες και αντανακλαστικά πετάχτηκε όρθιος και όρμηξε στον άγνωστο. Τον κόλλησε ασφυκτικά στον τοίχο του δωματίου με την πλάτη.

“Τα θυμάμαι όλα πάλι!” ούρλιαξε μέσα στο πρόσωπό του. “Θυμάμαι φίλους και αδερφούς να χάνονται αφήνοντας πίσω τους ανεκπλήρωτες υποσχέσεις στη λήθη του χρόνου μα όχι στη δική μου. Θυμάμαι προδότες έρωτες να αυτοκτονούν στους συμβιβασμούς τους. Θυμάμαι…να αφήνω μια ανθοδέσμη και ένα δακτυλίδι έξω απο μία πόρτα που δεν χτύπησα ποτέ, γιατί με πρόλαβαν τα ουρλιαχτά των οργασμών της που ακούγονταν πίσω από αυτή.”

Ο μεθυσμένος συνειδητοποιεί ότι βρίσκεται ξανά καθισμένος στην πολυθρόνα του. Σαν να μην σηκώθηκε ποτέ από εκεί. Ο ξένος κοιτάει έξω από το παράθυρο ενώ ο μεθυσμένος, σοκαρισμένος, δε μπορεί να πάρει τα μάτια του από πάνω του.

“Στα αλήθεια πιστεύεις οτι αυτή τη στιγμή βρίσκεσαι στη θαλπωρή του φοιτητικού σου σπιτιού; Οτι αυτό που σε έχει ζαλίσει τόσο είναι το αλκοόλ στο αίμα σου; Ότι αυτό που έχεις στο στόμα σου είναι ένα ποτήρι με ουίσκι; Έξω από αυτό το δωμάτιο είναι οι αλήθειες σου και σύντομα θα τολμήσεις να κοιτάξεις.”

Ο μεθυσμένος γέρνει αργά το κεφάλι προς τη μεριά που ρεμβάζει τόση ώρα αποσβολωμένος ο ξένος άνδρας. Κοιτάει και αυτός έξω από το παράθυρο του δωματίου. Μόνο σκοτάδι. Αλλά στην αντανάκλαση του τζαμιού βλέπει την αλήθεια του.

“Αυτή τη στιγμή βρίσκεσαι σε ένα στρατιωτικό φυλάκιο στη μέση του πουθενά κάποιου νησιού, λίγο πρίν τα χαράματα. Το κρύο έχει μουδιάσει όλα σου τα άκρα, αυτό που νιώθεις οτι σε ζαλίζει δεν είναι αλκοόλ αλλά η ίδια σου η τρέλα. Και αυτό που βλέπεις στην αντανάκλαση είναι το απομεινάρι του εαυτού σου που έχει γονατίσει, έχει στερεώσει το όπλο στο δάπεδο, έχει βάλει την κάννη στο στόμα του και έχει οπλίσει την σφαίρα στην θαλάμη. Με τα μάτια σου πνιγμένα στα δάκρυα, κοιτώντας τον ουρανό, τρέμοντας νευρικά λίγο πριν το τέλος.”

“Τι θες από μένα;” ρώτησε με την τρομακτική ηρεμία ενός ανθρώπου που έχει παραδωθεί στην μοίρα του.
“Μα φυσικά το επόμενο κομμάτι σου, όπως πάντα, χαζέ!” αποκρίθηκε χαμογελαστά ο ξένος. Συνοφρυώθηκε σατανικά και τα μάτια του μαύρισαν αποκαλύπτοντας το έρεβος της κόλασης. “Και όλα θα γίνουν καλά ξανά όπως πάντα. Ήρθα να θερίσω την Οργή. Όπως έκανα με τον Πόνο, τον Θυμό, την Θλίψη, τον Φόβο… Θα με ξαναδείς μόνο μια φορά παλιέ μου φίλε, στο μέλλον. Όταν θα έρθω να θερίσω την Μοναξιά.”

“Επιτέλους σε θυμάμαι φίλε μου!”

Ένα ουρλιαχτό έσκισε την νυχτερινή γαλήνη εκείνης της χειμωνιάτικης νύχτας. Ένας πυροβολισμός ακούστηκε από το πουθενά. Και στρατιωτικές σειρήνες σημάναν συναγερμό.

Woke up in Hell today. Spoke to the Devil, he turned away.

Woke up in Hell today. Spoke to the Devil, he turned away.

Advertisements